Πόσο συχνά είναι “φυσιολογικό” να κάνουμε σεξ;

Συχνότητα στο σεξ

Κάνουμε περισσότερο συχνά ή λιγότερο συχνά σεξ από τους άλλους; Τελικά υπάρχει κάποια συχνότητα στην ερωτική επαφή που θεωρείται…φυσιολογική;

Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τη συχνότητα με την οποία οι άνθρωποι συνευρίσκονται ερωτικά. Η κατάσταση της σχέσης, η υγεία, η ηλικία, όλα παίζουν κάποιο ρόλο. Τα ζευγάρια, στην αρχή της σχέσης κάνουν σεξ συχνά. Ο ρυθμός αυτός μπορεί να μειώνεται όσο η σχέση προχωρά. Οι εργασιακές συνθήκες, τα παιδιά, μπορεί να μην αφήνουν χρόνο για ερωτικές περιπτύξεις. Ακόμη περισσότερο, η ασθένεια και ο χρόνιος πόνος, μπορούν να λειτουργήσουν ακόμη και αποτρεπτικά.

Το 2010, το ινστιτούτο Kinsey έδωσε τα αποτελέσματα της Εθνικής Έρευνας για τη Σεξουαλική Υγεία και Συμπεριφορά.

Άνδρες

  • Μόνο το 2% των ελεύθερων ανδρών ηλικίας 18-24 κάνουν σεξ 4 ή περισσότερες φορές την εβδομάδα, όπως και το 21% των παντρεμένων ανδρών.
  • Λίγο λιγότερο από τους μισούς παντρεμένους άνδρες ηλικίας 25-49 κάνουν σεξ από λίγες φορές το μήνα έως 1 φορά την εβδομάδα. Οι παντρεμένοι άνδρες εμφανίζουν τη μεγαλύτερη συχνότητα από κάθε άλλη ομάδα σε αυτές τις ηλικίες.
  • Η ηλικία δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για τη συχνότητα των επαφών. 13% των ελεύθερων ανδρών ηλικίας 70 και άνω, έχουν λίγες επαφές το μήνα έως 1 ανά εβδομάδα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τους άνδρες με σύντροφο και τους παντρεμένους άνδρες είναι 63% και 15% αντίστοιχα.

Γυναίκες

  • Το 5% των ελεύθερων γυναικών ηλικίας 18-24, αλλά και το 23% των παντρεμένων γυναικών κάνει σεξ 4 ή περισσότερες φορές την εβδομάδα.
  • Σχεδόν οι μισές γυναίκες ηλικίας 25-59 κάνουν σεξ από λίγες φορές το μήνα έως 1 φορά ανά εβδομάδα, συχνότητα μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των γυναικών με σύντροφο ή των ελεύθερων γυναικών.
  • Η συχνότητα επαφών μειώνεται με την ηλικία. Παρόλα αυτά, περίπου 1 στις 4 γυναίκες ηλικίας άνω των 70, με σύντροφο, έχουν περισσότερες από 4 επαφές την εβδομάδα.

Η μεγαλύτερη συχνότητα επαφών δε σημαίνει και απαραίτητα μεγαλύτερη ικανοποίηση ή περισσότερο ευτυχισμένο ζευγάρι. Ας θυμηθούμε ότι κάθε άνθρωπος και κάθε ζευγάρι είναι διαφορετικό, άρα λοιπόν δεν υπάρχει και μία συνταγή κοινή για κάθε περίπτωση. Η «σωστή» συχνότητα επαφών είναι η συχνότητα που ικανοποιεί κάθε ζευγάρι ξεχωριστά. Μπορεί να χρειαστεί λίγο χρόνο, αλλά αξίζει να εστιάζουμε στην οικειότητα, την επικοινωνία και στο δέσιμο παρά στους αριθμούς και τις στατιστικές.

Τι συμβαίνει όμως όταν υπάρχει ασυμφωνία για τη συχνότητα των επαφών μέσα στο ζευγάρι; Το κρίσιμο στοιχείο στην περίπτωση αυτή είναι η επικοινωνία και η διάθεση για υποχωρήσεις. Ο ειδικός στη σεξουαλική υγεία μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι να κατακτήσει μια λύση που θα ικανοποιεί και τους δύο

Υπάρχει “φυσιολογική” διάρκεια στο σεξ;

Η διάρκεια του σεξ

Δεν υπάρχει επίσημος κανόνας για τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Ο χρόνος ποικίλει από ζευγάρι σε ζευγάρι και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, που μπορεί να διαμορφώνουν την εκάστοτε επαφή.

Οι προτιμήσεις ενός ζευγαριού παίζει σημαντικό ρόλο στη διάρκειά της. Έτσι, κάποια ζευγάρια μπορεί να επιλέγουν το γρήγορο σεξ, ενώ άλλα προτιμούν τους πιο αργούς ρυθμούς. Οι συνθήκες παίζουν σημαντικό ρόλο στο χρόνο. Ένα ζευγάρι με παιδιά, στην ουσία μπορεί να ξεκλέβει χρόνο από την καθημερινότητα για γρήγορο σεξ. Το ίδιο ζευγάρι, αν βρεθεί σε συνθήκες διαφορετικές, όπως για παράδειγμα σε διακοπές μακριά από το σπίτι, χωρίς παιδιά, μπορεί να περάσει και ολόκληρο το σαββατοκύριακο στο κρεβάτι.

Η ηλικία και η υγεία παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Έτσι, όσο η ηλικία αυξάνεται, ο χρόνος που απαιτείται για τη διέγερση και τον οργασμό είναι και μεγαλύτερος.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας, είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια του σεξ. Εάν ένα ζευγάρι συμπεριλάβει και τα προκαταρκτικά, ο χρόνος επαφής σαφώς είναι και μεγαλύτερος από το χρόνο που αφορά στη διείσδυση και μόνο.

Επιστημονικά, η διάρκεια του σεξ αφορά στο χρόνο από την πρώτη διείσδυση μέχρι την εκσπερμάτιση και ορίζεται ως Intravaginal Ejaculation Latency Time (IELT). O μέσος χρόνος, μετά από μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε πολλές χώρες το 2005 βρέθηκε να είναι 5,4 λεπτά. Το μοναδικό μειονέκτημα είναι ότι αξιολογήθηκε η επαφή μεταξύ ετερόφυλων ζευγαριών.

Αυτά τα στατιστικά αφορούν σε ζευγάρια χωρίς αναφερόμενα προβλήματα. Για πολλά ζευγάρια όμως, η διάρκεια της επαφής δεν είναι μια επιλογή δική τους. Άνδρες με πρόωρη εκσπερμάτιση ολοκληρώνουν πολύ γρηγορότερα από ότι θα επιθυμούσαν, ενώ άνδρες με καθυστερημένη εκσπερμάτιση ολοκληρώνουν καθυστερημένα ή δε φτάνουν καθόλου σε οργασμό. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμβουλή από έναν ειδικό στη σεξουαλική υγεία είναι ακόμη περισσότερο επιβεβλημένη.

Διαβήτης και γυναικεία σεξουαλική ζωή

Διαβήτης και σεξουαλική ζωή στις γυναίκες

Πολλές γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, αντιμετωπίζουν σεξουαλικά προβλήματα. Εάν δεν ελέγχεται κατάλληλα, ο αρρύθμιστος διαβήτης μπορεί να προκαλέσει βλάβες στα νεύρα και τα αιμοφόρα αγγεία, που είναι απαραίτητα για την καλή σεξουαλική λειτουργία. Ακόμα, μπορεί να περιορίζει τη ροή του αίματος προς τα γεννητικά όργανα, η οποία είναι απαραίτητη για την αισθητικότητα και τη λίπανση της περιοχής.

Τα συχνότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι διαβητικές γυναίκες είναι τα εξής:

Χαμηλή επιθυμία και διέγερση

Ο εγκέφαλος μιας γυναίκας είναι αναπόσπαστο στοιχείο της σεξουαλικότητας. Όταν μια γυναίκα διεγείρεται σεξουαλικά, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στα γεννητικά όργανα, προετοιμάζοντάς τα για την επακόλουθη επαφή. Μερικές όμως φορές, η διαδικασία αυτή διαταράσσεται λόγω της βλάβης που έχουν υποστεί τα νεύρα από το διαβήτη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η γυναίκα να χάσει το ενδιαφέρον της για το σεξ, να μην αισθάνεται τα ευχάριστα ερεθίσματα ή το σώμα να μην μπορεί να προετοιμαστεί κατάλληλα.

Κολπική ξηρότητα

Τυπικά, ο κόλπος υγραίνεται όταν μια γυναίκα διεγείρεται σεξουαλικά. Στο σακχαρώδη όμως διαβήτη, η ύγρανση του κόλπου διαταράσσεται με αποτέλεσμα να μένει ξηρός και στενός. Τελικό αποτέλεσμα είναι η επαφή να είναι επίπονη και άβολη. Πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της κολπικής ξηρότητας με λιπαντικά. Μία ακόμη εναλλακτική, είναι η εφαρμογή τοπικά οιστρογόνων.

Μυκητιασικές λοιμώξεις και ουρολοιμώξεις

Οι γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, είναι περισσότερο επιρρεπείς σε λοιμώξεις. Οι μυκητιασικές κολπίτιδες ή επακόλουθες ουρολοιμώξεις, ερεθίζουν τα έξω γεννητικά όργανα και την περιοχή του κόλπου.

Οργασμικά προβλήματα

Ο οργασμός είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο που απαιτεί ανεμπόδιστη αιματική ροή, σωστή και απρόσκοπτη μεταφορά νευρικών σημάτων και αισθητικότητα. Ο σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να επηρεάσει αυτούς τους παράγοντες.

Κατάθλιψη και άγχος

Το να αντιμετωπίζει κανείς στο σακχαρώδη διαβήτη είναι μια επίπονη και αγχωτική διαδικασία. Οι γυναίκες πρέπει να ελέγχουν τα επίπεδα γλυκόζης τους, να ακολουθούν συγκεκριμένη δίαιτα, να λαμβάνουν τα φάρμακα και την ινσουλίνη τους κατά γράμμα. Με τόσα πράγματα και με το επακόλουθο στρες, δυσκολεύονται να χαλαρώσουν και να απολαύσουν τις ιδιαίτερες στιγμές τους.

Τι μπορεί να κάνει μια διαβητική γυναίκα; Το πρώτο και κύριο είναι να επισκεφθεί το γιατρό της. Τόσο ο διαβήτης, όσο και άλλοι παράγοντες μπορεί να ευθύνονται για μια ενδεχόμενη επιδείνωση της σεξουαλικής υγείας, όπως η εμμηνόπαυση, άλλη φαρμακευτική αγωγή και προβλήματα σχέσεων. Ένας αναλυτικός έλεγχος είναι σε θέση να αναδείξει την αιτία του προβλήματος.

Ιδιαίτερα μεγάλη σημασία έχει ο έλεγχος του σακχάρου, τόσο για τη σεξουαλική, όσο και για τη συνολική υγεία. Οι γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν την αγωγή τους σύμφωνα με τις δοθείσες οδηγίες και να υποβάλλονται σε τακτικούς ελέγχους.

Τέλος, μερικές γυναίκες βρίσκουν ιδιαίτερα χρήσιμη την ψυχολογική υποστήριξη. Είναι γνωστό πως η αντιμετώπιση του διαβήτη μπορεί να είναι ένα τεράστιο βάρος για κάθε άνθρωπο. Ένας ειδικός, μπορεί να βοηθήσει τόσο τη γυναίκα, όσο και το σύντροφό της να αντιμετωπίζουν μαζί το βάρος αυτό.

Τι σχέση έχει η χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια με τη σεξουαλική ζωή της γυναίκας;

Χοληστερίνη-τριγλυκερίδια και η σεξουαλική ζωή της γυναίκας;

Τα λιπίδια είναι λιπαρά τα οποία αποτελούν ένα καύσιμο για τον οργανισμό. Παράλληλα, συμμετέχουν στο σχηματισμό κυτταρικών δομών. Για να αξιολογήσουμε τα λιπίδια, μετράμε τα εξής:

Την HDL χοληστερόλη ή «καλή» όπως έχει γίνει γνωστή, γιατί επεξεργάζεται στο συκώτι και αποβάλλεται από τον οργανισμό, την LDL ή «κακή» χοληστερόλη, η οποία μπορεί να εναποτίθεται στο τοίχωμα των αγγείων και προκαλεί αθηροσκλήρωση και τα τριγλυκερίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιακή νόσο ή μεταβολικό σύνδρομο.

Σε μελέτη που έγινε το 2016, αξιολογήθηκε το λιπιδαιμικό προφίλ γυναικών σε συνάρτηση με τη σεξουαλική λειτουργία τους. Βρέθηκε λοιπόν ότι οι γυναίκες με δυσλιπιδαιμία, ήταν περισσότερο πιθανό να έχουν προβλήματα με τη διέγερση, την ύγρανση, τον οργασμό τον πόνο και τη σεξουαλική ικανοποίηση. Ακόμα, εξέφραζαν μεγαλύτερη δυσφορία για τη σεξουαλική τους ζωή.

Όταν μια γυναίκα διεγείρεται σεξουαλικά, τα αγγεία στα γεννητικά όργανα διατείνονται ώστε να αυξηθεί η αιματική ροή, προετοιμάζοντας το σώμα για τη σεξουαλική επαφή. Το αίμα στο κολπικό τοίχωμα, είναι υπεύθυνο για την ύγρανση του κόλπου. Η κλειτορίδα και τα χείλη του αιδοίου διογκώνονται λόγω της αυξημένης ροής. Οι διαδικασίες αυτές διαταράσσονται στην περίπτωση της δυσλιπιδαιμίας, όταν τα αγγεία έχουν επηρεαστεί, με αποτέλεσμα τη μη φυσιολογική προετοιμασία και απάντηση του σώματος.

Η αλλαγή στον τρόπο ζωής, έχει ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας. Η σωστή και ισορροπημένη διατροφή, πλούσια σε ίνες και η αποφυγή των κορεσμένων λιπαρών σε συνδυασμό με την άσκηση, είναι ένα πρώτο μεγάλο βήμα. Η διατήρηση του σωματικού βάρους και η διακοπή του καπνίσματος, αποτελούν επιπλέον βήματα για τη διατήρηση της συνολικής αλλά και της σεξουαλικής υγείας

Φάρμακα και πτώση libido

Γνωρίζατε ότι κάποια φάρμακα μειώνουν τη libido;

Παρόλο που είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πώς το κάθε φάρμακο μπορεί να επηρεάσει τον καθένα, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν φάρμακα τα οποία επηρεάζουν τη libido. Σε κάθε περίπτωση, εάν κάποιος πιστεύει ότι κάποιο φάρμακο ευθύνεται για τη μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας, θα πρέπει να απευθυνθεί στο γιατρό του αντί να αναλάβει προσωπική πρωτοβουλία και να διακόψει την αγωγή ή να τροποποιήσει τη δοσολογία. Είναι σημαντικό, οποιαδήποτε αλλαγή στη φαρμακευτική αγωγή να γίνεται βάσει οδηγιών. Παράλληλα, ο γιατρό μπορεί να διαγνώσει και να αξιολογήσει επιπλέον παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία (ορμονικές διαταραχές, άγχος, κατάθλιψη).

Τα πιο συχνά φάρμακα τα οποία επηρεάζουν τη σεξουαλική επιθυμία είναι τα εξής:

  • Αντικαταθλιπτικά (SSRIs, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)
  • Αντιψυχωσικά (φάρμακα για τη διπολική διαταραχή και τη σχιζοφρένεια)
  • Βενζοδιαζεπίνες (φάρμακα για το άγχος ή την αϋπνία)
  • Β-αναστολείς (φάρμακα για την υπέρταση, σπανιότερα για το γλαύκωμα ή τις ημικρανίες)
  • Οιστρογόνα
  • Φιναστερίδη (φάρμακα για την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη ή κατά της τριχόπτωσης)
  • Οπιοειδή (ισχυρά παυσίπονα)
  • Αντισυλληπτικά

Συζητήστε με το γιατρό σας για τις ανησυχίες σας. Στο πλαίσιο του ιατρικού ιστορικού, ο γιατρός θα καταγράψει τη φαρμακευτική σας αγωγή, θα αξιολογήσει το βαθμό στον οποίο επηρεάζει τη σεξουαλική επιθυμία και θα σας προτείνει τροποποιήσεις και λύσεις εξατομικευμένα και με ασφάλεια

Βιταμίνη D και για τη στύση!

Βιταμίνη D και για τη στύση!

Η βιταμίνη D είναι γνωστή σε όλους μας, ως η βιταμίνη του ήλιου, μια και παράγεται φυσιολογικά από τον οργανισμό μας με την έκθεση του δέρματος στον ήλιο. Μέχρι σήμερα, ήταν γνωστό ότι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη σωστή ανάπτυξη των οστών και των δοντιών, τόσο στα παιδιά, όσο και στους ενήλικες. Εκτός από την έκθεση στον ήλιο, η βιταμίνη D μπορεί να προσληφθεί μέσω τροφών, αλλά και συμπληρωμάτων διατροφής. Το παράδοξο με τη βιταμίνη D είναι ότι παρά το γεγονός ότι ζούμε σε μια ηλιόλουστη χώρα, ολοένα και συχνότερα παρατηρούμε περιπτώσεις ένδειας βιταμίνης D. To γεγονός αυτό οφείλεται στο σύγχρονο τρόπο ζωής και εργασίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολύ λίγες τροφές έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη D, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να καλυφθούν οι ανάγκες του οργανισμού με τη διατροφή. Ακόμη, ανάλογα με το χρώμα του δέρματος, τη χρήση αντηλιακών, τα ρούχα, επηρεάζεται και η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία.

Ποια όμως είναι η σχέση της βιταμίνης D και του στυτικού μηχανισμού; Μελέτες έχουν αποδείξει ότι η βιταμίνη D, συνδέεται τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα με το στυτικό μηχανισμό. Έτσι λοιπόν, άνδρες με έλλειψη βιταμίνης D στον οργανισμό τους, εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμμάτων και περιφερικών αγγειοπαθειών, υποστηρίζοντας τη συσχέτιση της έλλειψης με κοινούς αιτιολογικούς παράγοντες για την ενδοθηλιακή δυσλειτουργία των αγγείων και τη στυτική δυσλειτουργία, όπως είναι η υπέρταση και το μεταβολικό σύνδρομο. Παράλληλα, η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο εκτός από την υγεία του καρδιαγγειακού συστήματος, στη ρύθμιση και δράση της τεστοστερόνης, ορμόνης ιδιαίτερα σημαντικής για τη σεξουαλική υγεία. Τέλος, η βιταμίνη D παίζει ιδιαίτερα σημαντικό και άμεσο ρόλο στη σύνθεση ενζύμων και χημικών σημάτων τα οποία προκαλούν αγγειοδιαστολή στο πέος, με τελικό αποτέλεσμα την πλήρωση του πέους με αίμα και την επίτευξη της στύσης.

Η πολυεπίπεδη δράση της βιταμίνης D στο στυτικό μηχανισμό φαίνεται ότι ανοίγει ένα νέο δρόμο τόσο στην αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας, όσο και στην πρόληψή της. Το κομμάτι της πρόληψης είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αν αναλογιστούμε ότι η αγγειακής αιτιολογίας στυτική δυσλειτουργία, προηγείται της αγγειακής αιτιολογίας καρδιακής ανεπάρκειας. Οι καταστάσεις αυτές, μοιράζονται κοινούς αιτιολογικούς μηχανισμούς και παθολογίες, άρα και κοινούς τρόπους πρόληψης, αντιμετώπισης και αποκατάστασης. Παράλληλα, η βιταμίνη D, συμμετέχει σε μια πληθώρα διεργασιών και μηχανισμών στο ανθρώπινο σώμα, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση μιας συνολικά καλής υγείας.

Ο έλεγχος της βιταμίνης D αποτελεί σήμερα μια απαραίτητη εξέταση στον έλεγχο της στυτικής δυσλειτουργίας. Μπορεί να αξιολογηθεί με μια απλή εξέταση αίματος και να υποκατασταθεί πολύ εύκολα με συμπληρώματα διατροφής ή ακόμα και με ειδικές τροφές που έχουν εμπλουτιστεί ειδικά για το σκοπό αυτό και φέρουν ειδική σήμανση. Σε κάθε περίπτωση, η βιταμίνη D διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στη σεξουαλική και συνολική υγεία και η έγκαιρη διάγνωση της έλλειψής της, είναι σε θέση να βοηθήσει στον έλεγχο των καταστάσεων που μπορεί να δημιουργήσει.